
1/3

- Θα πάω…
- Αφού δεν τον θες… Εσύ μόνη σου μου είπες πριν λίγο ότι δεν γουστάρεις και πολύ.
- Ναι, αλλά δεν μπορώ να περάσω τη νύχτα μόνη μου.
- Βγες με μια φίλη σου.
- Δεν έχω όρεξη να βγω.
- Τότε πες της να ρθει σπίτι σου.
- Δεν είναι το ίδιο.
- Είναι καλύτερο! Αφού δεν τον θες!
- Τον θέλω… λίγο. Τον έχω ανάγκη. Μόνο για σήμερα…
- Κάνε ό,τι νομίζεις…
Ύστερα μου το κλεισε στα μούτρα. Μάλλον δεν με άντεχε πλεόν. Μάλλον είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι είχα αναπτύξει κάποιες εξαρτήσεις και δεν το άντεχε. Νομίζω πως μ’ αγαπούσε. Και μάλλον μ’ αγαπούσε ειλικρινά.
Σηκώθηκα να κάνω μπάνιο και να ετοιμαστώ. Ο τύπος δεν με είχε πάρει τηλέφωνο ακόμα. Αλλά εγώ τον είχα τόσο μεγάλη ανάγκη που δεν άντεχα να περιμένω άλλο. Θα ετοιμαζόμουν και θα περίμενα. Έτσι και αλλιώς – είτε ετοιμαζόμουν είτε όχι – θα περίμενα. Είμαι σίγουρη πως έχω περάσει τουλάχιστον το εν τρίτο της ζωής μου περιμένοντας.
Self-defence
Κακές παρέες

Pale blue eyes

Μάρτης 2011

Είχα σχεδιάσει τα πάντα στην εντέλεια. Όμως όταν θέλουμε κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον μας. Δύο μέρες πριν είχα ξυπνήσει με ενδείξεις συναχιού. Την επομένη (δηλαδή μία μέρα πριν τη μεγάλη μέρα), επιπεφυκίτιδα.
«Φακούς επαφής μπορώ να φοράω;»
«Όχι.»
«Σίγουρα;»
«Ναι.»
«Ούτε για λίγο;»
«Μόνο αν πρόκειται για μερικές ώρες…»
(Ναι, καλά!)
Όλα θα ήταν τέλεια. Και το συνάχι και την επιπεφυκίτιδα θα τα έκρυβα – κάπως.
Θυμάμαι που περπατούσα στο Κολωνάκι με κατεύθυνση προς Σύνταγμα και ένα κοριτσάκι είπε στην μαμά του:
«Μαμά, κοίτα τι όμορφή που είναι αυτή η κοπέλα!»
Ένοιωσα όμορφα. Ποτέ δεν είχα αυτοπεποίθηση, και φοβόμουν πως εκείνος με κορόιδευε όταν μου έκανε κομπλιμέντα. Αλλά το κοριτσάκι δεν μπορεί να έλεγε ψέματα – από μικρό και από τρελό, ξέρεις…
Έφτασα στο Σύνταγμα. Δεν μπορούσα να τον δω μέσα στο πλήθος. Τον πήρα τηλέφωνο. Ήταν εκεί. Με έβλεπε. Ήρθε. Μου είχε κοπεί η ανάσα. Ένιωθα λίγη, πολύ λίγη… Γαμώτο… Τι μάτια είναι αυτά;
Καθώς κατεβαίναμε την Ερμού ένιωθα σαν μικρό παιδί που του πήραν δώρο το παιχνίδι που τόσο καιρό περίμενε.
Είπαμε διάφορα.
Πριν φύγει φιληθήκαμε σταυρωτά.
«Να πάμε για μια μπύρα το βράδυ;»
«Να πάμε.»
Και πήγαμε.
Και ήταν η καλύτερη μπύρα που είχα πιεί ποτέ. Η πιο νόστιμη… Heineken ήταν. Δεν ξέρω γιατί ήταν τόσο καλή….
Χρειάστηκα τέσσερεις για να πάρω θάρρος. Θυμάμαι πως ξαφνικά τον φίλησα στο μάγουλο.
«Θες άλλη μία;», με ρώτησε.
«Εσένα θέλω.»
Έμενε σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια. Αρχίσαμε να περπατάμε προς τα εκεί. Παραπατούσα. Γελούσα. Ένιωθα όλο το σύμπαν να μην θέλει να πάω μαζί του, αλλά εγώ να ξεπερνάω αυτή την δύναμη, να γελάω και να της λέω:
«Κοίτα! Κοίτα με τι κάνω! Είναι δικός μου… Τον κέρδισα… Δεν θες να τον ακολουθήσω ε; Και τι με νοιάζει; Εγώ θα πάω!»
Μπήκαμε μέσα. Στο ασανσέρ άρχισε να με φιλάει.
(Είσαι δικός μου... και δεν θα αφήσω Κανέναν να μπει ανάμεσά μας.)
Στον διάδρομο άρχισε να μου λέει διάφορα για το ξενοδοχείο.
(Σκάσε, γαμώτο… Σκάσε και άνοιξε την πόρτα.)
Άρχισα να ξετυλίγω ευλαβικά το δώρο μου. Ήταν το πιο τέλειο δώρο που μου είχαν κάνει ποτέ.
Tο πιο απαλό δέρμα που είχα αγγίξει ποτέ..
Τα πιο όμορφα μάτια μου με είχαν κοιτάξει…
Το πιο γλυκό στόμα…
Τα πιο άγρια χέρια…
Μου έλεγε ό,τι ακριβώς ήθελα να ακούσω…
Στον ρυθμό ακριβώς που ήθελα να νιώσω…
…
Ήταν δικός μου. Εκείνες τις στιγμές ήταν δικός μου. Ποτέ δεν θα γινόταν δικός μου, αλλά εκείνες τις στιγμές ήταν.
I don’t care if you want me, I’m yours right now…
Ύστερα αρχίσαμε να λέμε διάφορα…
Μετά ξανά..
Μετά εκείνη η αίσθηση της απομάκρυνσης.
«Να κάνω ένα τσιγάρο…»
Μετά τα μάτια του να με χαϊδεύουν…
Μετά πάλι…
Ύστερα έπρεπε να φύγω…
«Θα σε δω αύριο ξανά, εντάξει;»
«Ναι.»
Και τον είδα… Απλά και μόνο για να καταλάβω πόσο πολύ τον θέλω.
Μου έδιναν ένα δώρο, να το ανοίξω, να το χαρώ για μερικές ώρες, και μετά να το επιστρέψω…
Τέσσερεις η ώρα έπρεπε να είμαι στο αεροδρόμιο, και ήταν ήδη έντεκα. Γαμώτο…
Ήθελα να κλάψω αλλά ντρεπόμουν. Δεν ήθελα να δει πόσο αδύναμη και μικρή ένιωθα.
Κουλουριάστηκα δίπλα του στο κρεβάτι.
Σε λίγες ώρες θα ήμασταν σε άλλες χώρες…
Γαμώτο…
«Είσαι τέλειος»
«Σςςς…»
Φτάνει να μου χαρίσεις δύο φιλιά….
Fucked up, but cool...

Mood swings



